Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Ευαισθησίες...


-Με ρώτησε η θεία σου πώς πας με την ομοιοπαθητική...καλά είναι της είπα, ήρεμος και χαλαρός...
-Πάντα ήμουν ήρεμος...τώρα ίσως περισσότερο...δεν ξέρω αν οι άλλοι γύρω μου εκνευρίζονται μ΄αυτήν την ηρεμία:))...
-Μήπως δεν είναι ηρεμία και είναι αναισθησία;:))...
-Παίζει να είναι κι έτσι:)...
Αυθεντικός πρόσφατος διάλογος ανάμεσα σ΄εμένα και το θείο μου, ένα πρωινό την ώρα του καφέ (τσάι για εμένα) πριν ξεκινήσουμε δουλειά(τοποθέτηση πλακιδίων).
Κι έμεινα με την απορία...μήπως είμαι αναίσθητος τελικά...και τί είναι ευαισθησία...μήπως το αντίθετο της αναισθησίας...μα κάτι που προέρχεται από το αντίθετό του δεν είναι το ίδιο πράγμα...σαν ένα μπαστούνι με δυο άκρες...
Τότε τί είναι να είσαι αληθινά ευαίσθητος...μήπως το να εκφράζεις με λόγια ή και δάκρυα στους ανθρώπους την ευαισθησία σου
ή
όταν ανατριχιάζει όλο σου το κορμί και βουρκώνεις, χωρίς να γνωρίζεις γιατί, την ώρα που σκάει μύτη από το βουνό ο ήλιος,ακούς τα πετεινά τ' ουρανού να τον δοξολογούν και το μάτι σου πέφτει στο χορταράκι που ξεφύτρωσε από το πουθενά,μέσα από το μπετό στην άκρη του δρόμου...
"Δημιουργικά ερωτήματα"... που λέει κι ο αγαπημένος μας Παραμυθάς ;)

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Μια φορά σ' αυτή τη ζήση...


Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: David Byrne
Πρώτη εκτέλεση: Διονύσης Σαββόπουλος & Αλκίνοος Ιωαννίδης

Και ξαφνικά ξυπνάς
κι ανάβει ο καραγκιόζ-μπερντές.
Και ξαφνικά ξυπνάς
κι ακούγονται ακατάληπτες κουβέντες.
Και ξαφνικά ξυπνάς
ενώ σε φέρνουν με μια Μερσέντες.
Και ξαφνικά ξυπνάς
στην πισίνα και σου βγαίνει
μία σύζυγος ξένη.
Και εξίστασαι ειπείν σεαυτώ:
«Μα πώς βρέθηκα εδώ;»

Τρέχει ο καιρός, περνάει
κι όμως κάτω απ’ το γκαζόν
τρέχει ο καιρός, περνάει
παφλασμός πολλών νερών.
Μέσα στο πένθιμο μωβ
το χρυσάφι έχει καεί
κι ανάβει για μια στιγμή
η σπηλιά με την πηγή.

Και ρωτάς τον καλό σου εαυτό:
«Πού πηγαίνει από δω;»
Και ρωτάς τον καλό σου εαυτό:
«Τι απέγινε το όχημα;»
Κι από μέσα μιλάει μια φωνή:
«Πού είν’ το σπιτάκι μου, πού είν’ το παχνί;»
Και μετά ξαναλέει η φωνή:
«Πού είναι η γυναίκα μου η αληθινή;»

Τρέχει ο καιρός, περνάει
κι όμως κάτω απ' το γκαζόν
η γαλανή φυσάει
το αρχαίο της ακορντεόν.
Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση
ο βυθός να φωτίσει
έστω για μια στιγμή
να 'ναι τζάμι και γυαλί.

Same as it ever was.
- ίδια όπως ήτανε
Same as it ever was.
- ή όπως ανέκαθεν
Same as it ever was.
- Νυν και αεί, θα πει
Same as it ever was.
- Νυν και αεί θα πει.

Υδάτων η καταπόντισις
υδάτων και η πλοήγησις...
Πολλών υδάτων γέμει ο ωκεανός.
Βάθυνε τον ωκεανό σου!
Απλώσου, απλώσου, απλώσου!

Τρέχει ο καιρός, περνάει
κι όμως κάτω απ’ το μπετόν
τρέχει ο καιρός περνάει
παφλασμός πολλών νερών.
Στη γαλανή ξανά
στα νερά τα φωτεινά
κάτω από ρόδες και σασμάν
στη λαλέουσα παγάν.

Τρέχει ο καιρός, περνάει
κι όμως κάτω απ’ το μπετόν
η αμμουδιά κρατάει
το αχανές των θαλασσών.
Στη γαλανή ξανά
στα νερά τα μακρινά
κάτω από ρόδες και σασμάν
στη λαλέουσα παγάν.

Και ρωτάς τον καλό σου εαυτό:
«Αυτό το σπίτι, τι να σημαίνει;»
Και εξίστασαι:
«Η λεωφόρος, πού να πηγαίνει;»
Και εξίστασαι ειπείν σεαυτώ·
«Βαδίζω σωστά; βαδίζω στραβά;»
Κι από μέσα η φωνή επαυξάνει·
«Θεέ μου, τι έχω κάνει!»

Τρέχει ο καιρός, περνάει
κι όμως μια γλυκιάν αυγή
κάτι τον σταματάει
Παρελαύνει υπό την γη
η πομπή των υδάτων,
των ζειδώρων ναμάτων.
Στέκει ο καιρός ορθός,
καταυγάζεται ο βυθός.

Τρέχει ο καιρός, περνάει
-απροσδόκητη αυγή
Κάτι τον σταματάει·
η αρχαία πληγή.
Μες στης πληγής το φως
τα νομίσματα σκορπούν
και θησαυρίζει υπό την γη
η ζωοδόχος πηγή.

Same as it ever was.
- ίδια όπως ήτανε
Same as it ever was.
- ή όπως ανέκαθεν
Same as it ever was.
- Νυν και αεί, θα πει
Same as it ever was.
- Νυν και αεί θα πει.

Τρέχει ο καιρός περνάει (Same as it ever was)
– ίδια όπως ήτανε
Κάτι τον σταματάει (Same as it ever was)
– όπως ανέκαθεν
Η πομπή των υδάτων (Same as it ever was)
– νυν και αεί θα πει
Στέκει ο καιρός ορθός (Same as it ever was)
– νυν και αεί θα πει
Τρέχει ο καιρός περνάει,
απροσδόκητη αυγή
κάτι τον σταματάει
Παρελαύνει υπό την γη
η πομπή των υδάτων,
των ζειδώρων ναμάτων,
Στέκει ο καιρός ορθός,
καταυγάζεται ο βυθός...

Αρχειοθήκη ιστολογίου