ΥΓ...με 'δέσαν στα στενά και τους κανόνες και ξημερώνοντας μέρα κακή...τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με 'βάλαν σε κλουβί... και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί!!!
Μάιος...μήνας γλυκός, όλο χαμόγελο!Ένας μήνας που και αυτός όπως και οι άλλοι δε χολοσκάει καθόλου για τα προβλήματα των ανθρώπων τη φτώχια και τη δυστυχία τους τα ΔΝΤ και τα ρέστα...η Ζωή δεν περιμένει...τρέχει με ταχύτητα Φωτός ή έτσι νομίζω...ίσως και να είναι ακίνητη...ίσως και να χορεύει στις πλαγιές των βουνών και στις πεδιάδες...ίσως να χορεύει εδώ μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ή να χορεύει μέσα μου...φυτρώνει ξαφνικά και ανέλπιστα...ανθίζει και μαραινεται για να φυτρώσει και πάλι...και εσύ δύστυχε Δημήτρη με ένα φτωχό μυαλό προσπαθείς μάταια να συλλάβεις αυτό το μεγαλείο...αλλά δεν είδες ότι αυτός που συλλαμβάνεται είσαι εσύ... Όπως και να έχει το μπλογκάκι αυτό συμπληρώνει ένα χρόνο...δε ξέρω μέχρι που θα πάει και πόσο θα κρατήσει(και ούτε που με απασχολεί)... ξεκίνησε σαν ένα μπλογκ σκέψεων και σημειώσεων σαν ένα περίπατο στο άλσος της ψυχής μου ... κάποια στιγμή θα μαραθεί κι αυτό... Θέλω να πω ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ μέσα από την καρδιά μου σε όλους εσάς που "έτυχε" να ανταμώσουμε μέσα στο άλσος αλλά και σε όλη την μπλογκόσφαιρα...με αρκετούς είχα τη χαρά να γνωριστώ και από κοντά με άλλους όχι...αλήθεια σας λέω όμως ότι όλους σας νιώθω κομμάτι της ζωής μου...σε όλους σας έχω αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό μου...ώρες ώρες νιώθω αληθινά ότι είμαστε ΕΝΑ όλοι εμείς...και πώς γίνεται να μην είμαστε... Θα πω ένα ξεχωριστώ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ σε αυτόν τον Άνθρωπο που λέγεται Νίκος Πιλάβιος ή Παραμυθάς αν έτσι προτιμάται και ήταν η αφορμή να βγώ για έναν περίπατο στην έτσι κι αλλιώς μαγική μπλογκόσφαιρα! Ξαναδημοσιεύω λοιπόν την πρώτη μου ανάρτηση και την αφιερώνω στον Παραμυθά αλλά και σε όλους μας:
Για να τον μάθουν...(και να μάθει κι αυτός)
Κάποτε ο Ναστραδίν Χότζας πήρε το γάιδαρό του και πήγε στο παζάρι.Πλησίασε ενα μεσίτη και του λέει: -Πούλα τον! Ο γάιδαρος όμως δάγκωνε και κλωτσούσε όποιον πήγαινε να τον αγοράσει.Αγανακτισμένος ο μεσίτης αφού έτρεξε και βρήκε τον Χότζα, έβαλε τις φωνές: -Πάρτον άνθρωπέ μου και άντε στο καλό.Ο γάιδαρός σου στο τέλος θα φάει κι εμένα! Ο Χότζας χαμογέλασε ατάραχος. -Ε!... λοιπόν μάθε πως δεν ήθελα να τον πουλήσω! Έτσι τον έφερα για να δει όλος ο κόσμος τι τραβάω απ΄αυτόν!!! ΥΓ...είμαι ο γάιδαρος...είμαι ο μεσίτης...είμαι και ο Χότζας... Σας φιλώ όλους, καλό μήνα!
«Η Μαριναλέντα, μια κοινότητα 2.645 κατοίκων στην Ανδαλουσία, δεν έχει ανεργία, δεν έχει αστυνομικούς και τα σπίτια της νοικιάζονται με 15 ευρώ τον μήνα.
Ο δήμαρχός της, ο κομμουνιστής Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, επανεκλέγεται εδώ και 31 χρόνια.
Εδώ και πολλά χρόνια, την εβδομάδα που οι άλλες πόλεις στην Ισπανία γιορτάζουν το Πάσχα, στη Μαριναλέντα γιορτάζουν την ειρήνη. "Ο δήμαρχός τους είναι τρελός", λένε στο γειτονικό χωριό. "Ενώ εμείς οι άλλοι Ισπανοί κάνουμε θρησκευτικές λιτανείες, εκείνοι κάνουν επί 5 μέρες πάρτι". Πολλοί νέοι από τη Σεβίλλη, τη Γρανάδα, τη Μαδρίτη, πηγαίνουν για να γιορτάσουν με τους χωρικούς της Μαριναλέντας.
Οταν εξελέγη για πρώτη φορά, το 1979, ο Γκορντίγιο ήταν ο νεώτερος δήμαρχος στην Ισπανία. Το 1986, έπειτα από 12 χρόνια αγώνων και καταλήψεων κυρίως από τις γυναίκες του χωριού, η Μαριναλέντα κατάφερε να πάρει από ένα γαιοκτήμονα 12.000 στρέμματα γης και να δημιουργήσει έναν αγροτικό συνεταιρισμό από τον οποίο ζει σήμερα σχεδόν όλο το χωριό. "Η γη δεν ανήκει σε κανέναν, η γη δεν αγοράζεται, η γη ανήκει σε όλους!", λέει ο δήμαρχος.
Στον συνεταιρισμό El Humoso οι συνεταίροι εργάζονται 6½ ώρες την ημέρα, από τη Δευτέρα ώς το Σάββατο, δηλαδή 39 ώρες την εβδομάδα. Ολοι έχουν τον ίδιο μισθό, ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάνουν. Οι συγκομιδές (ελαιόλαδο, αγκινάρες, πιπεριές, κ.λπ.) συσκευάζονται στο μικρό εργοστάσιο Humar Marinaleda, που βρίσκεται στη μέση του χωριού και στο οποίο εργάζονται, σε πολύ χαλαρή ατμόσφαιρα, περίπου 60 γυναίκες και 4-5 άνδρες. Τα προϊόντα πωλούνται κυρίως στην Ισπανία. Τα έσοδα του συνεταιρισμού δεν μοιράζονται, αλλά επενδύονται και πάλι στον συνεταιρισμό για να δημιουργηθούν δουλειές. Γι ' αυτό στο χωριό δεν υπάρχουν άνεργοι. Ομως ακόμη και σε εποχές που δεν υπάρχουν αρκετές γεωργικές δουλειές για όλους, οι μισθοί καταβάλλονται. Στη Μαριναλέντα, η στέγαση, η εργασία, ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και η υγεία θεωρούνται δικαίωμα. Μια θέση στον παιδικό σταθμό με όλα τα γεύματα κοστίζει 12 ευρώ τον μήνα.
Από την άλλη, "εδώ δεν έχουμε χωροφύλακες, θα ήταν μια άχρηστη σπατάλη", λέει ο δήμαρχος. "Δεν έχουμε ούτε παπά - δόξα τω Θεώ!", προσθέτει γελώντας. Πάντως η ελευθερία της λατρείας είναι εγγυημένη και το Πάσχα έγινε μια μικρή θρησκευτική λιτανεία, η οποία πέρασε διακριτικά από τους δρόμους του χωριού, χωρίς θεατές και αποφεύγοντας την πλατεία όπου γινόταν η γιορτή.
"Εφαρμόζουμε μια συμμετοχική δημοκρατία, αποφασίζουμε για όλα, από τους φόρους ώς τις δημόσιες δαπάνες, σε μεγάλες συνελεύσεις. Πολλά κεφάλια δίνουν πολλές ιδέες", λέει ο Γκορντίγιο. "Ξέρουμε πως οι άνθρωποι μπορούμε να δουλεύουμε και για άλλες αξίες, όχι αποκλειστικά για το χρήμα"».
Την περίοδο 1929-1943, το μικρό νησάκι του Αϊ-Στράτη στο Βόρειο Αιγαίο αποτέλεσε τόπο εξορίας. Σε δύο κοιλάδες πάνω από τον οικισμό βρισκόταν μεταπολεμικά το στρατόπεδο, με φυλάκια ολόγυρα και σκοπιές της χωροφυλακής να το επιτηρούν νυχθημερόν. Σ’ εκείνο το στρατόπεδο “τρύπωνε” με κίνδυνο της ζωής του ο αυτοδίδακτος φωτογράφος Βασίλης Μανικάκης και απαθανάτιζε στιγμές της καθημερινότητας των εξορίστων.
“ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΚΑΤΙ, ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΕΙΣ” Επί 40 και πλέον χρόνια ο Βασίλης Μανικάκης αποτύπωνε με τον φακό του τη ζωή και την εξέλιξη ενός τόπου και των ανθρώπων του. Από το 1935 περίπου, που ένας συγχωριανός του του έφερε μια μηχανή, την έκανε κομμάτι της ζωής του. Και όταν ήρθαν οι εξόριστοι, δεν σταμάτησε να απαθανατίζει την καθημερινότητά τους στις σκηνές από καραβόπανο και στα αυτοσχέδια πλινθόκτιστα καλύβια όπου έμεναν, την κακουχία τους από την πείνα και τις αρρώστιες. Δεν ήξερε ότι με όλα αυτά τα “κλικ” δημιουργούσε ένα μοναδικό αρχείο-ντοκουμέντο. Αυτός απλά αγαπούσε πάρα πολύ τη φωτογραφία. Ακόμη και όταν πήγε να υπηρετήσει στο Αλβανικό μέτωπο, δεν τον πείραξαν τόσο οι κακουχίες του πολέμου όσο το ότι δεν τον άφησαν να πάρει μαζί του τη μηχανή. “Ας μου δίνανε τη μηχανή μου! Πόσες εικόνες πήγαν χαμένες και εγώ προσπαθώ ώρες να σου τις μεταφέρω με λόγια, αλλά πώς να τις πω;” έλεγε πάντα με καημό στον γιο του Βύρωνα, ο οποίος μοιράστηκε μαζί μας πολύ ιδιαίτερες μνήμες. Σήμερα έχει κληρονομιά από τον πατέρα του γύρω στα 10.000 αρνητικά και τα φροντίζει όσο καλύτερα μπορεί. Χάρη στη διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και τη γενική γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, φέρνει ένα μέρος απ’ αυτό το υλικό στη Θεσσαλονίκη σε μια έκθεση με τίτλο “Αϊ-Στράτης. Φωτογραφικά ίχνη (1940-1970)”. Αυτές οι εικόνες έχουν ταξιδέψει εντός και εκτός Ελλάδας. Η αρχή έγινε το 1995, όταν επισκέφθηκε τον Αϊ-Στράτη ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος. “Σκεφτόμασταν τι να του δείξουμε για να γνωρίσει την ιστορία του νησιού, γιατί ο σεισμός του ’68 κατέστρεψε τα πάντα” θυμάται ο Βύρωνας Μανικάκης. “Έτσι άρχισα να τυπώνω φωτογραφίες του πατέρα μου και βάλαμε δύο σταντ με εικόνες για να καταλάβει την ιστορία του νησιού. Ο πρόεδρος ενθουσιάστηκε και ζήτησε να δει τον φωτογράφο. Τον φωνάξαμε, ήταν γέρος πια, και ο πρόεδρος κάθισε δίπλα του και τον ρωτούσε: ‘Άνθρωπέ μου, εσύ πώς τα κατάφερες εδώ; Πού έμαθες;’. ‘Πουθενά, μόνος μου’ του λέει. ‘Τα υλικά που τα έβρισκες;’. ‘Ε, από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, παράγγελνα με όσα λεφτά είχα και μου τα φέρνανε’. ‘Και πώς τα κατάφερες όλα αυτά;’. ‘Όταν αγαπάς κάτι, πάντα τα καταφέρνεις’ του απάντησε”. Μολονότι το 1997 ο κ. Στεφανόπουλος και η τότε υπουργός Αιγαίου Ελισάβετ Παπαζώη διοργάνωσαν μια έκθεση με μερικές από τις φωτογραφίες, ο Βασίλης Μανικάκης ήταν ήδη καταβεβλημένος για να τις δει να εκτίθενται δημόσια. Σε προχωρημένη ηλικία -91 ετών- έφυγε από τη ζωή το 1998. Μία χρονιά αργότερα, το 1999, εκδόθηκε το λεύκωμα “Αϊ-Στράτης - Φωτογραφικά ίχνη”, στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος του Πανεπιστημίου Αιγαίου με υπεύθυνο τον καθηγητή Γιώργο Νικολακάκη, και το 2000 διοργανώθηκε για πρώτη φορά έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη. Στη συνέχεια η έκθεση ταξίδεψε στη Λήμνο, το Ηράκλειο, τη Μυτιλήνη και το Σίδνεϊ της Αυστραλίας.
Η ΑΡΧΗ... Όταν ο μπαρμπα-Βασίλης πρωτοπήρε τη μηχανή στα χέρια του, “άρχισε να καταγράφει, να μαθαίνει, να επιστρατεύει όλη την εμπειρία του. Η φύση τον είχε προικίσει να μπορεί να ‘διαβάσει’ το φως του Αιγαίου και να το χρησιμοποιήσει. Από εκεί αρχίζει πια να ερωτεύεται τη μηχανή και τραβά φωτογραφίες όχι γιατί πρέπει να ζήσει, γιατί δεν το έκανε ως επαγγελματίας, αλλά γιατί τον ευχαριστούσε, ήταν η αγάπη του. Και περισσότερο όχι για να βγάζει γεγονότα. Του άρεσε να καταγράφει κάθε στιγμή, ό,τι του έκανε εντύπωση, και αυτά τα είχε ως αρχείο, γιατί ήταν ανεπανάληπτες στιγμές για τον ίδιο. Έχουμε ένα πλούσιο αρχείο από φωτογραφίες, για τις οποίες ποτέ δεν πήρε λεφτά, απλά ήταν κομμάτια της ζωής του που ήθελε να τα κρατήσει”, λέει ο υιός Μανικάκης. Αυτό που κάνει ακόμη πιο πολύτιμη τη δουλειά του είναι ότι “επειδή ο Αϊ-Στράτης ήταν τόπος εξορίας πιο πολλά χρόνια από κάθε άλλο νησί, του δόθηκε η ευκαιρία να καταγράψει στιγμές ανθρώπων που ήταν στην απομόνωση και δεν μπορούσε εύκολα να πλησιάσει εκεί. Με κινδύνους κατάφερε να ‘τραβάει’ εξορίστους μέσα στον οικισμό, γι’ αυτό και κρατούσε το μεγαλύτερο μέρος από τις φωτογραφίες κρυφό, ασφαλές. Δυστυχώς χιλιάδες αρνητικά που τα είχε ταξινομημένα μέσα σε ντενεκέδες και κρυμμένα μακριά από το σπίτι, σε ντουβάρια ή αλλού, διαβρώθηκαν από το χρόνο και την υγρασία και έγιναν μια μάζα. Βρήκα πολλές, ξεχωρίσαμε αρκετές φωτογραφίες που μπορούσαμε να σώσουμε και χαρακτηρίζουν τη ζωή και τις μνήμες από την περίοδο της εξορίας”. Υπάρχει όμως και άλλη μία μοναδικότητα: “Σε μια έρευνα που έκανε ο καθηγητής Νικολακάκης, ανακάλυψε ότι πανευρωπαϊκά δεν έχει αναφερθεί ποτέ ένας άνθρωπος σε ένα μικρό απομονωμένο μέρος να καταγράφει επί 40 περίπου χρόνια αδιαλείπτως τη ζωή ενός τόπου και των προσώπων του. Να φωτογραφίζει όλες τις στιγμές τους, γάμους, βαφτίσια, κηδείες, διαδηλώσεις, εκδηλώσεις. Αυτό δεν έχει αναφερθεί ποτέ”.
ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ Ο Βασίλης Μανικάκης ήξερε από ένστικτο πώς να “παγιδεύει” το κατάλληλο φως, ποια οπτική γωνία ήταν καλύτερη, πώς να αναδεικνύει την έκφραση των ανθρώπων. Ήξερε από ένστικτο ότι οι στιγμές ήταν μοναδικές. “Στην περίοδο του στρατοπέδου εξορίστων, ζούσε επικίνδυνα. Για παράδειγμα, όταν ήρθαν μαζικά οι άνθρωποι με τα αρματαγωγά στην παραλία, είχε καταιγίδα. Ένας κεραυνός έπεσε σε μια σκηνή και τέσσερις εξόριστοι σκοτώθηκαν. Ο πατέρας μου πέρασε από εκεί, είδε τη φασαρία και φωτογράφισε την τραγωδία και μετά κρυφά πάλι φωτογράφισε την κηδεία τους στο λόφο του Αγίου Μηνά, όπου τους αποχαιρέτησαν με πανό και τραγούδια. Εκεί κατάφερε να πάρει τέσσερις φωτογραφίες” θυμάται ο Βύρωνας Μανικάκης. Βέβαια όλη αυτή η δράση είχε και το τίμημά της. “Ο φάκελός του στην Ασφάλεια μεγάλωνε ολοένα και φάνηκε τυχερός που τον προειδοποίησε ένας διοικητής και του είπε να φύγει γιατί θα τον κυνηγήσουν για να τον στείλουν εξορία. Έφυγε, πήγε στη Λήμνο για δύο χρόνια, το ’50-’51, δούλεψε σε διάφορες δουλειές, αλλά η μηχανή ήταν στον ώμο του - έφερε και από εκεί καμιά 300αριά φωτογραφίες”. Ήταν προικισμένος άνθρωπος. Επινοούσε διάφορους δικούς του τρόπους για να φωτογραφήσει. “Για να μεγεθύνει τις φωτογραφίες άνοιγε τρύπα στα κεραμίδια, έβαζε ένα τζάμι, στερέωνε το φακό ανάποδα και παγίδευε το φως. Έφτιαχνε έτσι καρτ ποστάλ. Δεν ζούσε ωστόσο ποτέ απ’ αυτά. Η χαρά του ήταν να μπορεί να αγοράζει υλικά και να πάρει μια άλλη μηχανή. Πάντοτε μια καλή μηχανή ήταν όνειρο άπιαστο” σημειώνει ο κ. Μανικάκης, ο οποίος κατόρθωσε να διασώσει και τις μηχανές που αγόρασε κατά καιρούς ο πατέρας του, και έτσι διαθέτει “καμιά δεκαριά μηχανές, από απλά κουτάκια της Κόντακ και της Άγκφα μέχρι τις παλιές μηχανές με τον τρίποδα και τις γυάλινες πλάκες”.
ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ Ο πατέρας μετέφερε τη σοφία του στον γιο. “Και εγώ ασχολούμαι. Φωτογραφίζω, τραβάω βίντεο εδώ και 20 χρόνια και καταγράφω τα πάντα. Δεν πήγα σχολή. Σχολή ήταν ο πατέρας μου. Θυμάμαι με έπαιρνε μικρό στο σκοτεινό θάλαμο και μου μάθαινε τα μυστικά και με πείραζε. Μου έλεγε, ‘σήμερα θα κάνουμε εμφάνιση του φιλμ’, μου έδινε τις οδηγίες και εγώ παραπονιόμουν ότι δεν έβλεπα καλά τι πρέπει να κάνω. Συνέχιζε αυτός και στο τέλος μου έλεγε: ‘αν δεν βλέπεις, δεν θα γίνεις φωτογράφος ποτέ”, και μετά γελώντας μου αποκάλυπτε ότι με πείραζε... ‘Έτσι πειράζουμε τους καινούργιους’ μου έλεγε!”. Ο Βασίλης Μανικάκης δεν θα σταματούσε ποτέ να φωτογραφίζει. Αδυνάτισε το φως του, όμως, δεν μπορούσε πια να εστιάσει, “οπότε οι τελευταίες φωτογραφίες που τραβούσε ήταν για ταυτότητες. Δεν περιπλανιόταν όμως πλέον”. Και σίγουρα δεν ήταν ό,τι καλύτερο για έναν άνθρωπο αεικίνητο, που στη ζωή του έκανε χίλια δυο επαγγέλματα. “Αγρότης, μελισσοκόμος, κτηνοτρόφος, φούρναρης, κτίστης, έπαιζε λύρα, κατασκεύαζε λύρες και πάνω απ’ όλα η ζωή του ήταν η φωτογραφία” συμπληρώνει ο υιός Μανικάκης. Ο Βύρωνας Μανικάκης έχει επιστρέψει στον Αϊ-Στράτη εδώ και επτά χρόνια. Βέβαια, “οι καιροί άλλαξαν άρδην. Ο σεισμός κατέστρεψε τον παραδοσιακό οικισμό, οι κουλτούρες αποτελειώσανε. Υπουργικό διάταγμα έχει ανακηρύξει τον οικισμό παραδοσιακό, αλλά οι άνθρωποι δεν εκτιμούν την ομορφιά” λέει με παράπονο. Κύριο μέλημά του πάντως είναι να μη χαθεί αυτό το αρχείο.
από την Ελσα Σπυριδοπούλου στο http://www.makthes.gr/index.php?name=News&file=article&sid=27899
ΥΓ1 Αναζητείστε το λεύκωμα με τίτλο "Φωτογραφικά ίχνη" του Αη Στράτη.Κοστίζει μόνο 40Ε Είναι ένα αληθινό ταξίδι... ΥΓ2 Αξίζει να ταξιδέψετε στον Αη Στράτη...με καράβι από το Λαύριο μέσα σε 8 ώρες βρίσκεσαι στο όμορφο και φιλόξενο νησί... ΥΓ3 Η φωτογραφία δείχνει την τελευταία σκοπιά που απομένει όρθια για να μαρτυράει την ύπαρξη στρατοπέδου μιας άλλης εποχής.Στο βάθος διακρίνεται το λιμάνι και όλος ο οικισμός του νησιού των 300 μόνιμων κατοίκων. ΥΓ4 Το χώμα και αυτού του νησιού είναι ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα ανθρώπων που άντεχαν τα πάντα...εκτός από το άδικο...δε μιλάνε...
Ήταν μια ζεστή μέρα και υπήρχαν άφθονες σκιές.Οι βράχοι άστραφταν με μια ατόφια λάμψη.Τα σκοτεινά έλατα έμοιαζαν σαν να μην κινούνται ποτέ, αντίθετα με τις λεύκες που ήταν έτοιμες ν΄αρχίσουν να τρέμουν με τον παραμικρό ψίθυρο.Φυσούσε ένα δυνατό αεράκι από τα δυτικά που σάρωνε την κοιλάδα.Οι βράχοι ήταν τόσο ζωντανοί που έμοιαζαν να τρέχουν πίσω από τα σύννεφα και τα σύννεφα στριφογύριζαν τους βράχους, παίρνοντας τα σχήματα και τις καμπύλες τους, κυλούσαν γύρω τους και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τους βράχους από τα σύννεφα.Μαζί με τα σύννεφα περπατούσαν και τα δέντρα.Όλη η κοιλάδα έμοιαζε να κινείται, ενώ τα μικρά στενά μονοπάτια που ανέβαιναν στα δάση και πέρα απ΄αυτά, έμοιαζαν να παρασύρονται και να ζωντανεύουν. Τ' αστραφτερά λιβάδια έκαναν παρέα με τα ντροπαλά λουλούδια.Αυτό το πρωί, όμως, στην κοιλάδα κυριαρχούσαν οι βράχοι, είχαν τόσα πολλά χρώματα που υπήρχε μόνο ένα χρώμα.Ετούτο το πρωινό οι βράχοι ήταν ευγενικοί κι είχαν πάρα πολλά σχήματα και μεγέθη, ήταν τόσο αδιάφοροι για τα πάντα, για τον αέρα, για τις βροχές, για τις εκρήξεις στα σπλάχνα τους και για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν από πάντα εκεί και θα υπάρχουν πέρα από το χρόνο. Ήταν ένα λαμπερό πρωινό κα υπήρχε ήλιος παντού κι όλα τα φύλλα σάλευαν. Ήταν ένα πρωινό καλό για βόλτα με τ' αυτοκίνητο, όχι μακρινή, αλλά αρκετή για να δεις την ομορφιά του τοπίου. Ήταν ένα πρωινό που το έκανε καινούριο ο θάνατος, όχι ο θάνατος που φέρνει η φθορά, η αρρώστια ή ένα ατύχημα, αλλά ο θάνατος που καταστρέφει για να μπορέσει να υπάρξει δημιουργία. Δεν υπάρχει δημιουργία αν ο θάνατος δε σαρώσει όλα όσα έχει κατασκευάσει το μυαλό για να αυτοπροστατέψει την εγωκεντρική ύπαρξη. Ο θάνατος πριν ήταν μια μορφή συνέχειας, ο θάνατος ήταν συνδεδεμένος με την συνέχεια.Με το θάνατο ερχόταν μια νέα ύπαρξη, μια νέα εμπειρία, μια καινούρια πνοή και μια καινούρια ζωή. Το παλιό εξαφανιζόταν και γεννιόταν το καινούριο και το καινούριο έδινε με τη σειρά του τη θέση του σ' ένα άλλο καινούριο. Ο θάνατος ήταν το μέσο για το πέρασμα στην καινούρια κατάσταση, στην καινούρια επινόηση, σ' ένα καινούριο τρόπο ζωής, σε καινούριες σκέψεις. Ήταν μια αλλαγή που φόβιζε, αλλά αυτή ακριβώς η αλλαγή έφερνε φρέσκιες ελπίδες. Τώρα, όμως, ο θάνατος δεν έφερε τίποτα καινούριο, καινούριους ορίζοντες ή καινούρια πνοή.Είναι θάνατος απόλυτος και τελειωτικός. Κι ύστερα δεν υπάρχει τίποτα, ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Τίποτα. Δεν υπάρχει δόσιμο ζωής σε τίποτα. Αλλά δεν υπάρχει απελπισία, δεν υπάρχει αναζήτηση, ψάξιμο για μεγάλα βάθη που δεν είναι εκεί. Είναι πλήρης θάνατος χωρίς χρόνο. Ο θάνατος είναι εκεί χωρίς το παλιό ή το καινούριο. Είναι θάνατος χωρίς χαμόγελο ή δάκρυ. Δεν είναι μάσκα που καλύπτει, που κρύβει κάποια πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ο ίδιος ο θάνατος και δεν υπάρχει ανάγκη για κάλλυμα. Ο θάνατος έσβησε τα πάντα και δεν άφησε τίποτα. Αυτό το τίποτα είναι ο χορός των φύλλων, είναι η φωνή εκείνου του παιδιού. Είναι το τίποτα και δεν πρέπει να υπάρχει τίποτα. Ό,τι συνεχίζεται είναι φθορά, μηχανικό, είναι η συνήθεια, η φιλοδοξία. Υπάρχει διαφθορά, αλλά όχι στο θάνατο. Ο θάνατος είναι το ολοκληρωτικό τίποτα. Πρέπει να είναι εκεί γιατί μέσα απ' αυτό υπάρχει η ζωή, υπάρχει η αγάπη. Γιατί μέσα σ'αυτό το τίποτα υπάρχει η δημιουργία. Χωρίς απόλυτο θάνατο δεν υπάρχει δημιουργία. Κρισναμούρτι "Σημειώσεις" μετ.Ν.Πιλάβιος εκδ.Καστανιώτη
O Τουρ Μαλάνγκ, γνωστός ως ο Μαύρος Δερβίσης, όταν άκουσε ότι θα φεύγαμε από την Καμπούλ την επόμενη μέρα για να πάμε στο Κανταχάρ, μας έκανε μια πρόταση."Θα χρειαστεί μια μικρή παράκαμψη".Τότε ο δερβίσης μας έδωσε το όνομα ενός χωριού."Λίγο πριν μπείτε στο χωριό, θα δείτε δεξιά σας ένα παλιό άσπρο κτίριο.Είναι φυλακή.Στην άλλη πλευρά του δρόμου, θα βρείτε έναν άνδρα να κάθεται κοιτάζοντας την φυλακή.Πηγαίνετε να του μιλήσετε.Είναι μαθητής μου".Μας εξήγησε στη συνέχεια ότι ο άνδρας υπήρξε μαθητής του για πολλάχρόνια, αλλά ήταν θύμα μιας ιδιοσυγκρασίας τόσο βίαιης που τον οδηγούσε σε ξεσπάσματα για τα οποία πάντοτε μετάνιωνε, αλλά ποτέ δεν μπορούσε να τα ελέγξει.Μια μέρα διέπραξε ένα τρομερό έγκλημα- ίσως είχε σκοτώσει κάποιον, δε θυμάμαι πια- και συγκλονισμένος από την πράξη του έτρεξε στον δερβίση για να του εξομολογηθεί την ανακολουθία της συμφοράς του.Ο Τούρ Μαλάνγκ ήξερε ότι, αν ο άνδρας έμπαινε φυλακή, απλώς θα θέριευε η έμφυτη μανία του και θα χανόταν η ευκαιρία να γλιτώσει απ' το εσωτερικό του σκοτάδι,δουλεύοντας όμως τόσα χρόνια μαζί του είχε διαβλέψει μια κρυφή πλευρά στον χαρακτήρα του άνδρα και ήταν βέβαιος ότι, αν μπορούσε να ενισχυθεί αυτή η πλευρά, όλα τ' άλλα θα μεταμορφώνονταν."Έπρεπε να του βρω έναν τρόπο για να γίνει πιο δυνατός κι όχι να καταστραφεί",συνέχισε."Και ευτυχώς είχα έναν άλλο μαθητή, έναν γέρο δικαστή". "Δεν υπάρχει αμφιβολία, ο νόμος λέει ότι ο νεαρός πρέπει να τιμωρηθεί, κι αυτό είναι δίκαιο",είπε στον δικαστή,"αλλά θέλω να τον δώσεις σ' εμένα να τον τιμωρήσω.Σου τ' ορκίζομαι, η δική μου τιμωρία θα είναι σκληρότερη απ' τη δική σου". Καθώς ο δικαστής είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον δερβίση, συμφώνησε, βρίσκοντας τρόπο να παραλλάξει το γράμμα του νόμου και να ελευθερώσει τον κρατούμενο που είχε προφυλακίσει.Ο δερβίσης τότε απήγγειλε την καταδικαστική του απόφαση.Ο νεαρός εγκληματίας έπρεπε να πάει να βρει μια φυλακή και να μείνει εκεί με τη θέλησή του για όλο το διάστημα της όποιας μέγιστης ποινής θα του επέβαλλε το δικαστήριο, στραμμένος προς τον τοίχο της φυλακής που θα διάλεγε ο ίδιος, χωρίς ποτέ να λησμονεί το έγκλημά του. Πρόθυμα κάναμε την παράκαμψη, και βρήκαμε το μέρος χωρίς να δυσκολευτούμε.Στα δεξιά του δρόμου ήταν οι τοίχοι της φυλακής, στ' αριστερά μερικές μεγάλες πέτρες ήταν μισοθαμμένες στο παχύ στρώμα λευκής σκόνης και δυο κοντάρια κρατούσαν ψηλά ένα σχισμένο κομμάτι ύφασμα, ισχνή λωρίδα προστασίας απ' τον ήλιο του καταμεσήμερου.Εκεί ένας άνδρας κουρελής καθόταν μπροστά σε μια φωτιά και κάτι ανακάτευε μέσα σ΄ένα μεγάλο μεταλλικό τσουκάλι.Βγήκα από το Λαντ Ρόβερ και τον πλησίασα, ψιθυρίζοντας το όνομα του Τουρ Μαλάνγκ.Καθώς σήκωνε τα μάτια του,το βλέμμα του που διαπέρασε τα βρόμικα,μπερδεμένα μαλλιά και γένια με συγκλόνισε με τη δύναμή του.Ήταν σαν να σκαλίζεις τις στάχτες μιας φωτιάς που σβήνεικαι, ξαφνικά, να ξεθάβεις ένα πυρακτωμένο κάρβουνο.Ήταν φανερό ότι η γαλήνια αλλά γεμάτη δύναμη μορφή που καθόταν εκεί, μπροστά απ' τη φυλακή, περνούσε μια δεινή δοκιμασία εσωτερικής μεταμόρφωσης.Αν ποτέ κατόρθωνε να δαμάσει το δαίμονά του, αυτό θα γινότανσαφώς μέσα από τη διαδικασία που ήταν τώρα υπό εξέλιξη.Προτείνοντας ευγενικά την κουτάλα του, με προσκάλεσε να μοιραστώ το φαγητό του,αλλά, όταν κοίταξα μέσα στο τσουκάλι, αυτό που είδα μου προκάλεσε ναυτία κι έχασα το θάρρος μου.Ντράπηκα, αλλά έβαλα το χέρι στην καρδιά κι αρνήθηκα κουνώντας περίλυπα το κεφάλι. Τί είναι αυτός ο παράξενος, μυστικός αγώνας που μπορεί κανείς να δώσει ενάντια στην ίδια του την αδυναμία και να την μετατρέψει σε δύναμη;Η αποδοχή δίνει πάντα την εντύπωση δειλίας και παθητικότητας.Η υποταγή θυμίζει μάλλον το σκυμμένο κεφάλι του κατακτημένου σκλάβου.Αλλά το κεφάλι αυτού του κατάδικου δεν ήταν σκυμμένο, η δε αποδοχή του ήταν μια πράξη δύναμης γιατί ήταν εκούσια.Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σηκωθεί και να φύγει, να ξαναγυρίσει στην αδυναμία.Το να μένει αντιμέτωπος με τον εαυτό του, αντιμέτωπος με μια φυλακή που διαρκώς του έστελνε σαν αντανάκλαση την επίγνωση της τρομερής φυλακής που είχε μέσα του, πρέπει να ήταν γι' αυτόν εξίσου τρομερό τίμημα.Αυτή την τιμωρία δε θα μπορούσε να την επινοήσει μόνος του.Η εντολή έπρεπε να δοθεί από κάποιον δυνατότερο που τον σεβόταν, που τον εμπιστευόταν.Χρειαζόταν να καταλάβει τη σημασία της κατάστασής του, και μόνο τότε, χάρη σε μια πραγματική, δυναμική αποδοχή, θα γινόταν ικανός να βρει τις αναγκαίες δυνάμεις για να σταθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό του.Το βλέμμα στα μάτια του κατάδικου και ο τρόπος που καθόταν απέναντι στη φυλακή αποτέλεσαν μια εικόνα που δεν έφυγε ποτέ απ' το μυαλό μου. Θυμήθηκα ότι όταν συνάντησα τον Τουρ Μαλάνγκ ήθελα να του θέσω το αιώνιο ερώτημά μου :πώς μπορεί κανείς να ανταποκριθεί στη θολή υποψία ότι υπάρχει"κάτι άλλο" πέρα απ' τον καθημερινό κόσμο.Έτσι λοιπόν, προετομάζοντας τις ποιητικές μου εκφράσεις, έγειρα προς το μέρος του δερβίση."Στον Οίκο μου" είπα, προσπαθώντας να δώσω στη λέξη μια ιδιαίτερη συμβολική χροιά,"υπάρχουν πολλά δώματα, γεμάτα μ' έναν κυκεώνα από άχρηστα αντικείμενα". Εκείνος έγνεψε καταφατικά, κι ένιωσα ότι καταλάβαινε τη μεταφορά μου. "Πότε πότε", συνέχισα, " μου φαίνεται σαν ν' ακούω ήχους.Δεν ξέρω από πού έρχονται ούτε τί είναι..." Έδειξε φανερό ενδιαφέρον και με διέκοψε."Τί είδους ήχους; Μήπως βγαίνουν απ΄τις σωληνώσεις; Φωνάξατε μάστορα;" Έμεινα άναυδος, σίγουρος ότι με κορόιδευε αλλά καθώς συνέχιζε συνειδητοποίησα ότι ήταν ένας πρακτικός άνθρωπος συνηθισμένος να δίνει στους μαθητές του πρακτικές συμβουλές,και σύντομα οι φίλοι μου με γλίτωσαν ξαναδιατυπώνοντας το ερώτημα με όρους σαφείς και καθόλου ποιητικούς.Τα λόγια που δεχτήκαμε ως απάντηση έχουν ξεχαστεί από καιρό και στη θέση τους παραμένει η απάντηση στην αδέξια διατυπωμένη ερώτησή μου. Κάποτε πολλά χρόνια αργότερα, στο Κιότο, έκανα σ' έναν δάσκαλο του Ζεν την ίδια ερώτηση που είχα κάνει στον Τουρ Μαλάνγκ, αν και κατάφερα να τη διατυπώσω καλύτερα:"Η επιθυμία μου να παλέψω με τον εαυτό μου είναι ασθενής.Πώς μπορεί κανείς να ενισχύσει τη θέληση;" "Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα", μου απάντησε."Κανένας δε μπορεί να "κάνει" κάτι,Αν προσπαθήσεις να εξαναγκάσεις τον εαυτό σου δε θα βγει τίποτα.Αλλά η θέληση μπορεί να ενισχυθεί μόνη της, εάν τη θέτεις επανειλημμένα μπροστά σε αληθινά εμπόδια". Ρώτησα έναν αξιόλογο Αφρικανό Σούφι, τον Αμαντού Χαμπατέ Μπα, ένα βράδυ σε φιλική συγκέντρωση στο Παρίσι,τί σήμαινε γι' αυτόν πεπρωμένο.Ήταν αλήθεια, άραγε, ότι η ανατολίτικη άποψη περί αδήριτου πεπρωμένου είναι μοιρολατρική και σε οδηγεί να δέχεσαι τα πάντα με την ίδια παθητικότητα; "Και βέβαια όχι", απάντησε με σιγουριά."Όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια κρίση, μια επώδυνη κατάσταση, μια πιθανή τραγωδία, πρέπει ν' αγωνιστείς μ' όλες σου τις δυνάμεις για να την αποτρέψεις.Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του πολεμιστής, και πρέπει να μάχεται ενάντια στο πεπρωμένο και ποτέ να μην καταθέτει τα όπλα.Αυτή είναι η ελευθερία του.Μόνο όταν συμβεί το αναπόδραστο, τότε αλλάζουν όλα.Τότε το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε με προσευχές ούτε με κατάρες ούτε με τύψεις, κι εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος πρέπει να δεχτεί απόλυτα το πεπρωμένο, χωρίς να κοιτάξει πίσω.Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να είναι ελεύθερος". Peter Brook "Νήματα Χρόνου" εκδ. κοαν
λέξεις...σκέψεις...λέξεις... κουράστηκες...κλείνεις τα μάτια για μια στιγμή και ξεφυσάς... παίρνεις και πάλι μια βαθιά ανάσα...ακούς ξαφνικά μια μελωδία και δυο στίχους... αυτό είναι...
αν είμασταν στίχοι και μουσικές μόνο...ποιό τραγούδι θα ήσουν Εσύ τον καιρό αυτό; έλα να παίξουμε...
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι και ένα ήλιος που σε ξέρει παίζει στις πλάτες σου. Βγάζεις καρέκλα στο μπαλκόνι, ούτε ο Θεός δε σε γλιτώνει απ' τις απάτες σου.
Πουλάς στον πάγκο τα όνειρά σου, τα ορφανά ξανθά μωρά σου να μη σου μείνουνε. Τους λες «απόψε θα πεθάνω» Και όλοι κάτι παραπάνω στο τέλος δίνουνε.
Ένα τσιγάρο σε ρουφάει και ως το τέλος θα σε πάει Εδώ τρελαίνονται. Ρίξε στη πόλη τη ματιά σου Και πες μου πόσα είναι δικά σου απ' όσα φαίνονται.
Ήθελες όλα να τ' αλλάξεις, μα πριν προλάβεις να φωνάξεις κάποιοι σου γνέφανε. Τους πούλησες τον σαματά σου Και τώρα μέτρα τα λεφτά σου και τράβα πέθανε.
Η μέρα κυλάει Για να 'ρθει η επόμενη να φέρει σκέψεις, μυαλό, αέρα Και πριν να πιάσεις το νόημα περνάει Στην αγκάλια μου έλα Είναι καλύτερη απ' τις πόλεις η δική μου η τρέλλα Μα πρόσεξε μη μείνεις εκεί
Το ξέρεις μ' αρέσεις, μα μη με πιστέψεις Σ' αυτόν τον κόσμο που μόνος μου ζω δεν υπάρχουν κανόνες Μα μόνο εξαιρέσεις
Και ψάχνεις για κάτι Σε ένα φιλί, σε μια ματιά, σ' ένα χαμόγελο, σ' ένα άδειο κρεβάτι Κι ας ξέρεις τίποτα δε θα 'ναι εκεί Μα η αγάπη είναι εδώ Χτυπάει την πόρτα μας και μείς σαν μια γροθιά τ' όνειρό της Κι αυτή μας δείχνει το άσχημο προσωπό της
Το ξέρεις μ' αρέσεις, μα μη με πιστέψεις Σ' αυτόν τον κόσμο που μόνος μου ζω δεν υπάρχουν κανόνες Μα μόνο εξαιρέσεις
Άδειο το βλέμμα Ο πόνος μέσα στο μυαλό, μέσα στο σώμα και στέμμα Να μη το δείξεις, να μη μου το πεις Μα πήγε αργά Για να τραβήξουμε ξανά κι οι δυο σε αντίθετους δρόμους Τι κι αν πονάω, τι κι αν πονάς